February 1, 2017

10 Ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη που αξίζει να διαβαστούν

By admin In ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ 

Ἄκου! 
Σοῦ ἔλεγα τότε την ἀλήθεια 
την ἤξερα τότε την αλήθεια 

– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες 
τα πουλιά  φυτρώνουν 
τα γουρούνια πετᾶνε 
τα λουλούδια περπατᾶνε 
οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα 

σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλί 
ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι 
σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι 
ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλί

κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα 

τώρα ἐγώ βλέπω το φεγγάρι 
αὐτό τα σπασμένο σπαστικὸ 
παιδί
που ὁ Ἰούλιος Βερν 
ἔλεγε κάποτε: 
– Οἱ ἄνθρωποι θα το κατοικήσουν 
βλέπω 
αὐτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο 
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο 
πάνω του πρόκες 
κι ἐπιμένουνε 
να τ᾿ ὀνομάζουν 

ΓΗ 

ἴσως να εἶχες δίκιο τότε 

γι᾿ αὐτό μπόρεσες και ἔζησες 
γι᾿ αὐτό μπόρεσα και ἔζησα 

ΑΥΓΗ 

 

 

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ 

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα 
λίγοι ἄνθρωποι 
που δεν εἶναι κόλαση 
ἡ ζωή τους 

ὑπάρχει το μικρό πουλί ὁ κιτρινολαίμης 
ἡ Fraülein Ramser 
και πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ ἀπομείναντες 
οἱ ἐρωτευμένοι με ἥλιο ἢ με φεγγάρι 

ψάξε καλά
βρές τους, Ποιητή! 
κατάγραψέ τους προσεχτικὰ 
γιατί ὅσο πᾶν και λιγοστεύουν 

λιγοστεύουν 

 

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου 
δεν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι 
δεν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα 
δεν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς 

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι 
δεν ξέρουν ἂν θα πεθάνουν 
παραμονεύουν 
με μαῦρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια 
με τ᾿ ἄστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα 
με τις πέτρες τῶν δειλῶν στα χέρια 
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες το φῶς 

Να πεθάνουν 

Να κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπό τη χαρά της 
ἀπό το χρῶμα του το κάθε λουλούδι 
ἀπό το χάδι του το κάθε χέρι 
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του το κάθε φιλί. 

 

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ 

Ἐδῶ και πολλά χρόνια 
σαν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα 
(αὐτός) ὁ νεκρός γεννιέται μέσα μου 
δε θέλει δῶρα 
δε θέλει χρήματα 
πάγο και χρόνια 
χιόνια και πάγο 
σκισμένα ροῦχα 
ἀχνα παπούτσια 
ὁ χρυσός νεκρός 
θα βγεῖ ἔξω 
δεν τον γνωρίζει κανένας 
τον ἀλήτη νεκρό
θα κάτσει στο πικρό καφενεῖο 
να πιεῖ τον καφέ του 
κι ὕστερα πάλι 
σε λίγες μέρες 
ἥσυχα θα πεθάνει 
(ὁ νεκρός) 

ὅταν ἔρθει ὁ χρόνος 

κι ὅλες οἱ ρόδες 
κόκκινες ὅπως πρῶτα 
θα γυρίζουν πάλι. 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ 

Καημένε Νίκο 
τί ζωή ἦταν κι αὐτή
κατατρεγμένος ἀπό τους Κατσιμπαλῆδες 
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου 
ὅμως ἐσύ καλά ἔκανες 
ἔπινες τα οὐζάκια σου 
κι ὅλους αὐτούς τους μούντζωνες 
και πριν να φύγεις 
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες 
ἀπό ἕνα κάτασπρο σύννεφο 
ἀπό ψηλά τώρα ἀπό το σύννεφο αὐτὸ 
κοιτάζεις 
την ἀθανασία σου. 

 

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ 

Ὅλοι κοιμοῦνται 
κι ἐγώ  ξαγρυπνῶ 
περνῶ σε χρυσή κλωστή
ἀσημένια φεγγάρια 
και περιμένω να ξημερώσει 
για να γεννηθεῖ 
ἕνας νέος ἄνθρωπος 
μέσ’ στην καρδιά μου 
την παγωμένη 
ἀπό ἄγρια φαντάσματα 
και τόση μαύρη πίκρα. 

 

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (6ο μέρος) 

Ἡ λησμονημένη εἶναι ὁ στρατιώτης που σταυρώθηκε 
ἡ λησμονημένη εἶναι το ρολόγι που σταμάτησε 
ἡ λησμονημένη εἶναι το κλωνάρι που ἄναψε 
ἡ λησμονημένη εἶναι ἡ βελόνα που ἔσπασε 
ἡ λησμονημένη εἶναι ὁ ἐπιτάφιος που ἄνθισε 
ἡ λησμονημένη εἶναι το χέρι που σημάδεψε 
ἡ λησμονημένη εἶναι ἡ πλάτη που ἀνατρίχιασε 
ἡ λησμονημένη εἶναι το φιλί που ἀρρώστησε 
ἡ λησμονημένη εἶναι το μαχαίρι που ξαστόχησε 
ἡ λησμονημένη εἶναι ἡ λάσπη που ξεράθηκε 
ἡ λησμονημένη εἶναι ὁ πυρετός που ἔπεσε 

 

ΤΟ ΨΩΜΙ 

Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί,  
εἶχε πέσει στο δρόμο ἀπό τον οὐρανό, 
ἕνα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι 
ἔκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω, 
ὅμως και μία μικρή, ἕνας μικρός ἄσπρος ἄγγελος.  
κι αὐτή μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε και μοίραζε 
κομμάτια γνήσιο οὐρανό 
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στο ψωμί, 
ὅλοι τρέχανε στον μικρόν ἄγγελο που μοίραζε οὐρανό! 
Ἂς μην το κρύβουμε. 
Διψᾶμε για οὐρανό. 

 

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ 

στον Χρήστο Μπράβο 

Το ποίημα 
κάθεσαι και το ξενυχτᾶς 
σαν τον νεκρό 

 

Στις δώδεκα και μισή 
τη νύχτα 
την ἴδια ὥρα και συγχρόνως 
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου 
ὁ Ντύλαν Τόμας μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κόκκινο κερό στο στόμα 

νεκρός βέβαια 
κι ἅγιος 
και τρελός 
ὅπως τόχω ξαναπεῖ 

– Ἔλα ἀδερφέ, μοῦ λέει, μαζί μου 
σάπισες ἐδῶ πέρα 
ἔλα στα βορινά φαράγγια τῆς πατρίδας μου 
ἐδῶ ζεῖς σ᾿ ἕνα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν 
ἐκεῖ χαιρετᾶνε τους τρελούς και οἱ παπάδες 
κι ἡ πάπια δε γενάει πια πάγο 
γενάει κόκκινο αὐγό 

Αὐτά τα λίγα μοῦ εἶπε ὁ μεγάλος ποιητής 
ὄχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου 
ἀλλο μέσα ἀπό τα ψηλά χορτάρια τοῦ θανάτου του 
μισός ἀπό τη μέση κι ἀπάνω στο φῶς, ἔξω ἀπό το χορτάρι 
μισός ἀπό τη μέση και κάτω στο σκοτάδι 
κάτω ἀπό το φῶς. 

15 Αὐγούστου ῾81 
τῆς Παναγίας 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ 

1 - Ἡ βροχή
ἔρχεται 
μέσα στο μυαλό μου 
πλένει 
τα ὄνειρά μου 

2 - Ἕνα αὐτοκίνητο 
ξεκοιλιασμένο 
στο δρόμο 
περιμένει 
το χασάπη 
τῶν Χριστουγέννων 

3 - Ἕνα τσιγάρο 
δυο τσιγάρα 
στο μοναχικό 
δωμάτιο 
ὁ ἄντρας εἶναι πυγμάχος 
ἡ γυναίκα εἶναι καρφίτσα 

4 - Φοβερή ἱστορία 
ἡ μανία 
τοῦ βοριᾶ 
πάνω στο παράθυρο 
σταύρωσε 
μια παιδούλα 

5 - Ἕνα φύλλο ἔπεσε 
ἀπό το δέντρο 
το βράδυ 
κι ἄρχισε 
να πηδάει 
πάνω στο χῶμα 
οὐρλιάζοντας 

Leave a Comment