April 21, 2017

Ακίνητα ταξίδια – Κώστας Ουράνης

By admin In ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο πεζογράφος και ποιητής Κώστας Ουράνης έκανε πολλά ταξίδια ως ανταποκριτής και δημοσιογράφος ανά τον κόσμο και με ερέθισμα όλες αυτές τις εμπειρίες που αποκόμησε από τις περιηγήσεις του, έγραψε όμορφα ταξιδιωτικά βιβλία, στα οποία παντρεύονται από τη μία ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας κι από την άλλη η νοσταλγία και η αίσθηση της φυγής. Πιο κάτω, ένα απόσπασμα που αναφέρεται σε ταξίδι της φαντασίας παρά της πραγματικότητας. Αυτά τα ταξίδια εξάλλου, είναι σίγουρα και τα καλύτερα…

 

 

«Μπαίνομε στην εποχή των ταξιδιών. Πολλοί ετοιμάζονται να φύγουν. Στα σαλόνια, στα κέντρα, μαζεύονται και ανταλλάζουν τα σχέδιά τους και τις πληροφορίες τους, όπως μαζεύονται και τερετίζουν με μιαν ιδιαίτερη φλυαρία τα πουλιά, πριν κάνουν φτερά για τις μεγάλες, μυστηριώδεις αποδημίες τους. Κιόλας, στον πυρετό και στην προετοιμασία της αναχώρησης, ζουν τη μισή –ίσως και τη μεγαλύτερη– χαρά του ταξιδιού…

Για κείνους που δεν μπορούν να φύγουν –και που λυπούνται γι’ αυτό– απομένει ακόμα μια παρηγοριά: τ’ ακίνητο ταξίδι. Δεν αστειεύομαι. Οι μεγαλύτεροι εξερευνητές, οι περιπετειωδέστεροι Ροβινσώνες Κρούσοι υπήρξαν τα παιδιά, τα παιδιά που δεν κουνήθηκαν από την αυλή του σπιτιού τους. Είναι ζήτημα φαντασίας. Δεν μπορούμε, βέβαια, να ξαναβρούμε τη μαγική αυτή ράβδο της παιδικής φαντασίας και αυταπάτης, μπορούμε όμως να εξασκήσομε τη φαντασία μας, ώστε το ταξίδι να κυμαίνεται στην ψυχή μας μεταξύ ρεμβασμού και πραγματικότητας, χωρίς να κουνηθούμε από την πολυθρόνα μας.

Τη φαντασία μας μπορούν να τη βοηθήσουν και μερικά εξωτερικά αντικείμενα, που θα τα ονόμαζα «ταξιδιωτικά χάπια»: βιβλία που μιλάν για ταξίδια, εικόνες ξένων μερών, κούνιες κρεμαστές στα δέντρα που δίνουν την εντύπωση κλυδωνισμού πλοίου – και άλλα παρόμοια. Ο Γάλλος συγγραφέας Υσμάν μας έδωσε με τον ήρωά του Ντεζ Εσέντ τον υποδειγματικό τύπο του ακίνητου ταξιδιώτη. Ο ήρωας αυτός, θέλοντας να ταξιδεύσει, περιοριζόταν να μεταφέρεται με τις αποσκευές του στο σιδηροδρομικό σταθμό, από τον οποίο φεύγουν οι Άγγλοι επισκέπτες του Παρισιού για τη χώρα τους. Εκεί, ακούοντας τις λαρυγγώδεις ομιλίες τους, τρώγοντας ζαμπόνι και πίκλες στο μπουφέ, καπνίζοντας στην πίπα του αγγλικό καπνό, χόρταινε από αγγλικές εντυπώσεις και γύριζε σπίτι του ύστερ’ από δυο ώρες κουρασμένος σα να ερχότανε από ταξίδι μηνών στην Αγγλία.

Είχα τη σπανία τύχη να γνωρίσω στη ζωή μου τον εξαισιότερο τύπο του ακίνητου ταξιδιώτη, μπρος στον οποίο ο ήρωας του Υσμάν δεν είναι παρά μια ανούσια μετριότητα. Ήταν στην Πορτογαλία. Επισκέφτηκα κάποτε ένα ακρωτήριο – που είναι το ακρότατο σημείο της Ευρώπης που εισχωρεί μέσα στον Ατλαντικό. Ένα ακρωτήριο βραχώδες και που το δέρνουν αιώνια τα κύματα. Στα βράχια του, σφηνωμένοι ή κομμένοι στα δυο, σάπιζαν οι σκελετοί ναυαγισμένων πλοίων… Εκεί, στο νεκροταφείο αυτό των καραβιών, μέσα στην ερημιά της άξενης ακτής και το ρόχθο των αιώνιων κυμάτων, ένας άνθρωπος είχε χτίσει ένα μικρό ισόγειο σπίτι και ζούσε ολομόναχος. Τέτοιοι μισάνθρωποι ή ασκητές υπάρχουν παντού – και σ’ αυτή τη μοναξιά του δεν υπήρχε τίποτα το εξαιρετικό. Το εξαιρετικό το είδα όταν ο άνθρωπος αυτός μ’ έμπασε μέσα στο ερημικό του σπίτι. Ποτέ στη ζωή μου δεν είδα και δεν ένιωσα κάτι παρόμοιο. Το εσωτερικό του σπιτιού, από τα έπιπλα ίσαμε τα παραμικρότερα αντικείμενα, ήταν φτιαγμένο από λείψανα των ναυαγισμένων στους βράχους πλοίων.

Οι πόρτες ήταν πόρτες καμπινών, τα κρεβάτια κουκέτες πλοίων, τα πιάτα και τα φλιτζάνια ερχόντουσαν από διάφορα μέρη του κόσμου, ένας παπαγάλος τσίριζε αγγλικές βρισιές και στις εταζέρες μάς κοίταζαν διάφορες φωτογραφίες γυναικών. γυναικών πλοιάρχων που είχαν χαθεί με τα καράβια τους.

Κι ο άνθρωπος αυτός ζούσε εκεί, ανάμεσα στα ναυάγια αυτά, ακίνητος μέσα στο σπίτι του, όλα τα ταξίδια κι όλες τις τρικυμίες, όλες τις περιπέτειες κι όλες τις ζωές διαφόρων πεθαμένων ανθρώπων, που δεν τους είχε δει ποτές, προεκτείνοντας τη ζωή τους με τη δική του. Ζούσε εκεί, καπνίζοντας την πίπα του στα έρημα βράχια και περιμένοντας να ξεβραστεί κανένα άλλο πτώμα καπετάνιου, για να πλουτίσει με μιαν ακόμα ιστορία και περιπέτεια την πολυτάραχη κι ακίνητη ζωή του…»

 

 

(Κώστας Ουράνης, Αποχρώσεις, Εστία, Αθήνα 1956)

Leave a Comment