June 15, 2017

L’appel du vide – Βαλάντης Γαούτσης

By admin In ΝΕΕΣ ΦΩΝΕΣ

Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η υπομονή μας κάποια βράδια, 
κι αγκαλιάζοντάς μας, την επικείμενη απουσία της μας φέρνει με το μαλακό.
Σαν έρωτας ξαπλώνεται στην πλάτη μας· στα τελευταία χάδια
σπαταλά τη ζωή της, κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ’ ένα δάκρυ στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξεκουράζεται η αλήθεια μας κάποια βράδια·
προσεύχεται αναστενάζοντας, και πλένει με θάλασσα το δικό της θυμικό.
Ακόμη παραμιλά, και νευρικά λερώνεται με ειδική μοράβια,
μήπως και γλυτώσει τα θανατηφόρα ενός βιαστή σημάδια στα ποδάρια,
κι εμείς τραυματίζουμε το δρόμο μ’ ένα δάκρυ στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζ΄ η σιλουέτα σου κάποια βράδια· 
η ψεύτικη μούσα, που ηδονίζεται σαν μ’ έχει αντίκρυ της γυμνό
από θάρρητα και δικαιοσύνη. Κι ήταν τα μάτια μου-λες-σαν ήταν άδεια-
-μικρότερος ο κίνδυνος για με. Και δεν αναλογίστηκες τα χεράκια σου τα δυο
πώς θα τα ΄πλενες, να ΄ναι καθαρά όταν θα γδέρνεις το πρόσωπό σου ανάρια
αφού δε θα ΄χε από πού να τρέξ΄ η λύπη μου, ν’ αφήσει στο λαιμό μου χνάρια
υγρά, πρωτού πέσει στο φουστάνι σου και το λερώσει ως δάκρυ μου στερνό.

Στο μπαλκόνι μας ξαποστάζει κάποια βράδια λαβωμένη από φιλιά
και βροχή, σαν άστεγη, ξυπόλυτη, μες στο σκισμένο φόρεμά της λερωμένη,
μια παράξενα όμορφη, ξένη Αφροδίτη· σαν από έρωτα φαινόταν προδομένη,
κι έτρεμαν τ’ αβρά ροδόχρωμα γλυκά της χείλη, κι απά τους κρέμασα θηλιά.
Ω, να σ’ έπλενα κυρά, να σε μύρωνα με τ’ ουρανού το μονήρες αναφιλητό·
κι ας γλυκοπέθαινα κι εγώ, σαν έπεφτα στο δρόμο ως δάκρυ σου στερνό.

 

 

Του Βαλάντη Γαούτση

Leave a Comment