September 23, 2017

Κύπριος ποιητής που τέλειωσε μόνο το Δημοτικό, δίνει μαθήματα ζωής με τα ποιήματά του

By ΑΝΝΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ In ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ποιητής Ηλίας Γεωργίου, ανήκει στους σχετικά άγνωστους ποιητές της Κύπρου, οι οποίοι πάσχισαν με κάθε δυνατό τρόπο, να διασφαλίσουν την ωραιότερη τους κληρονομία: την ντοπιολαλιά τους. Έτυχε να ενδιαφερθώ για την ποίηση του κυρίου Ηλία, όταν περνώντας κατά καιρούς από το κοιμητήριο της ενορίας όπου διαμένω, πέτυχα το υπέροχο του ποίημα «Το Μνήμα», γραμμένο πάνω στην ταφόπλακά του. Πάνε λίγες μέρες τώρα, που τόσο ευγενικά μου δώρισε -και την ευχαριστώ θερμά-, η μοναχοκόρη του, 2 από τα 12 βιβλία του ποιητή.

Ο Ηλίας Γεωργίου, γεννήθηκε και έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του, με εξαίρεση τη διετή του παραμονή στην Αμερική, στο χωριό Αλάμπρα, της επαρχίας Λευκωσίας. Φοίτησε μέχρι το δημοτικό σχολείο της ενορίας. Έχει μία κόρη και δύο υιούς, ο ένας εκ των οποίων είναι μέχρι και σήμερα αγνοούμενος. Προερχόμενος από μία πολύ φτωχή οικογένεια, ο ποιητής ασχολήθηκε κυρίως με δύο επαγγέλματα: του γεωργοκτηνοτρόφου και του αγροφύλακα.

Όπως ο ίδιος αναφέρει, στην ποιητική συλλογή «Οι αρκοντιές μας», στον πρόλογο του βιβλίου:

«Πριν πεις τη γνώμη σου για τα ποιήματα, δύο πράματα ήθελα να σε παρακαλέσω  να έχεις υπόψη σου. Πρώτον, ότι ο συλλέκτης τους δεν είναι κανένας πεπειραμένος ανθοκόμος που να ξέρει να χρησιμοποιεί ψεύτικους χρωματισμούς και λουλούδια ξένων τόπων, και δεύτερον ότι είναι ένας βοσκός προβάτων και αγροφύλακας, που μόλις κατόρθωσε να μάθει τα στοιχειώδη γράμματα. Δεν επιδιώκω επαίνους, ούτε δόξαν. Προσπάθειά μου είναι να διατηρηθεί η γλώσσα μας,

«Η γλώσσα που πρωτάκουσα, που τον δικόν μου τζύρην (πατέρα),

τζαι τζείνος που τον τζύρην του, τα παππογεννικά (γεννοφάσκια) μου,

γιατί ο ξένος εντζ’ ένι, καλλιόν του νοικοτζύρη…»

και οι παροιμίες του τόπου μας, η σοφία αυτή του Κυπριακού λαού, που επί τόσους αιώνες «από παππούν στ’αγγόνι» διατηρήθηκαν και σήμερα πάνε να λησμονηθούν ολότελα, γιατί τα παιδιά μας ντρέπονται να τις μιλούν. Πάνε να εκλείψουν όπως τόσες άλλες μας κληρονομιές.»

21685977_10214630195611586_5299460170337190755_n

Η ποιητική συλλογή «Οι αρκοντιές μας», κρύβει όντως μέσα, μεγάλες αρχοντιές. Ποιήματα ηθογραφικά, σατιρικά, ερωτικά και άλλα που αγγίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη και καυτηριάζουν ουσίες και στάσεις ζωής. Νιώθω, τουλάχιστον, περήφανη που τα ανακάλυψα, και που διακρίνω πως πάντα θα υπάρχουν γνήσιοι λάτρεις της γλώσσας και των ιδιολεκτισμών της, όσο μικρή κι αν είναι μια πατρίδα, όσοι κι αν προσπαθούν να ρίξουν χώμα επάνω στη λάμψη τους.

Πιο κάτω, 3 ποιήματα από την πολυσέλιδη συλλογή του. Σύντομα, θα ακολουθήσουν κι άλλα.

 

ΕΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΙΘΗΚΟΝ
 
Λαλούσιν πως ο άδρωπος εγίνην που(1) τον πίθηκον,
άλλοι λαλούν που τον Θεόν σαν γράφουν τα χαρτιά,
έτσι επίστεφκα τζ’εγιώ, μαν’ ψέμαν πιττοϊτικον(2),
οι πρώτοι έχουν δίκαιον, τους άλλους έν ψευκιά.
 
Σίουρα που του πίθηκου θα φτάννει την γενιά,
εν(3) τον θωρείς πως εν(4) μοιαστός, πως εν τ’ αφήννει στάξη(5),
είεν(5) τον άλλον τζαι’ καμεν καμιάν παραξενιά,
καλόν ένι(6), κακόν ένι, ευτύς εν να (7) τ’αρπάξει.
 
Δώγνει του νου(8) τζι’ έν κόφκει με(9) γένι με μαλλίν,
όπως τον τσούρον(10) γένεται, μιαστός με Σατανά,
ο άλλος άμαν να τον δει, αφήνει πιο πολλύν,
κλουφά του(11) τζ’ εν κουρέφκεται ποττέ τ’ αλλαξανά(12).
 
Οι γένετζοι θωρούν(13) καμιάν πον(14) εις τον νουν εξίκκιν(15),
τζαι που το ήμισον κορμίν στο φανερόν το βκάλλει(16),
έτες τζαι τζείνες ταπισόν(17), το ίδιον κιλίκκιν(18),
τζ’ ότι εσσιέπασεν(19) η μια έδειξεν το η άλλη.
 
Ό,τι σιαστεί(20) σηκώννει το καθόλ’ εν δυσκολεύκετε,
προ πάντων ό,τι το κακόν, το άσσημον, τ’ανήθικον,
έννεν τ’ Αφέντη του θεού, με μας κοροϊδεύκετε,
εν εκατόν τοις εκατόν, πλασμένος που τον πίθηκον!
 
Γλωσσάρι:
(1) έγινε από
2) μεγάλο
(3) δεν
(4) είναι
(5) πως είναι ολόιδιος
(5) είδε
(6) είναι
(7) ευθύς θα
(8) θυμάται ο ένας
(9) ούτε
(10) κατσίκα
(11) τον ακολουθεί
(12) ποτέ ξανά
(13) βλέπουν
(14) που είναι
(15) ελλειπές
(16) βγάζει
(17) νάτες κι εκείνες ξωπίσω
(18) χάλιν
(19) σκέπασε
(20) δει
 
ΣΤΡΑΒΑΡΑΝ(1) ΜΕΣ Τ’ ΑΜΜΑΔΚΙΑ ΤΟΥ
 
Ο άδρωπος εις την ψυσήν, στην γνώμη, στην κατζία(2),
κατά Θεόν εφτά κουτσιά(3) έρεξεν(4) τα θηρία.
Έσει(5) θηρίον π΄άμαν δει, τον άδρωπον να πέφτει,
εν δοτζιμάζει να το φα, ούτε τζαι του κοντέφκει.
Μ’ ο άδρωπος τον άδρωπον άμαν τον δει τζαι ππέσει,
εν να τον φάει ζωντανόν, σωστόν αν ιμπορέσει.
Kόμα λαλού’ μου έμαθεν, γράμματα τζαι μορφώθην,
στραβάραν μες τ’ αμμάδκια του, περίτου ελαώθην(6).
 
Γλωσσάρι:
(1) τύφλωση
(2) κακία
(3) κουκιά (4) ξεπέρασε
(5) έχει
(6) περισσότερο ξέφυγε, τρελάθηκε
 
 
ΣΤΟ ΜΝΗΜΑ
 
Είμαστιν εις τούντον κόσμον, περαστοί τζαι στρατολάτες,
Μέραν νύχτα παρπατούμεν μέσα στης ζωής τες στράτες.
Εγεννήθης σ’τούντον κόσμον αρκινάς(1) τζαι μπαίννεις στράτα
λάμνε, λάμνε τζ’ εν τελειώννεις, όσπου να σου πουν σταμάτα.
Άλλοι μες τα ισιοτόπκια, ευκολία δίχως ζόρι,
άλλοι μες τα μονοπάτια, μες τα κάκκαφα(3) στα όρη.
Ούλλοι παρπατούμεν στράταν ο καθένας μ’ έναν τρόπον,
για να φτάσουμεν στο τέλος εις τον ίδιον τον τόπον.
Εν τζαι ξέρεις το ταξίδι, πόσον εν να διαρκέσει,
άλλοι φτάννουσιν στην νάκρα, τζ’ άλλοι πέφτουσιν στην μέση.
Πίσω εν(4) πάει κανένας πάντα ομπροστά το βήμα,
για να φτάσουμεν στο τέλος, εις τον θάνατον, στο μνήμα!
 
Γλωσσάρι:
(1) αρχίζεις
(2) μάχεσαι
(3) λαγκάδια
(4) δεν

Leave a Comment